Translate

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Ιωσήφ Βεντούρας-Το παιχνίδι (κριτική)







Από την Κλεοπάτρα Λυμπέρη
λίγα λόγια για το βιβλίο του
                           
ΙΩΣΗΦ ΒΕΝΤΟΥΡΑ
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
(Εκδόσεις Τυπωθήτω, 2015)


Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΙΓΝΙΟΥ
          
               Τo παιχνίδι φτάνει ως τον θάνατο του υποκειμένου
                     Ρολάν Μπαρτ
         
                    Ας φανταστούμε/μια έκρηξη/την ανυπαρξία/
             ένα pulsar στον ουρανό/μια χαίτη αλόγου
                 που καλπάζει
                   Iωσήφ Βεντούρας


Το ανοιχτό παιχνίδι του χρόνου, ο κόσμος της περιπλάνησης, δεν εκδηλώνεται ως νόημα, ούτε ως παράλογο, εκδηλώνεται ως παιχνίδι. Με αυτή τη λέξη δεν εννοώ το ανθρώπινο και το κοινωνικό παιχνίδι, όσο το παιχνίδι του ίδιου του κόσμου, αυτό που υποβάλλεται σε μας, οι οποίοι είμαστε παίγνιο μαζί και παίκτες, υποστηρίζει ο Κώστας Αξελός. Θυμήθηκα αμέσως τις παραπάνω σκέψεις, όταν πήρα στα χέρια μου την τελευταία ποιητική συλλογή του Ιωσήφ Βεντούρα. Για να διαπιστώσω στη συνέχεια ότι το παρόν βιβλίο, πέρα από τις ευρύτερες φιλοσοφικές διαστάσεις προς τις οποίες μας ανοίγει, φιλοδοξεί να αποτελέσει αυτό το ίδιο ένα παιχνίδι με συγκεκριμένο μηχανισμό και όρους συμμετοχής.
Ο ποιητής είναι παίκτης στον χώρο των αισθημάτων, ένας επιστολογράφος των συγκινήσεων, συνομιλητής του χρόνου και ταυτοχρόνως εκείνος που καλείται να καταργήσει τον χρόνο, βάζοντας τους δικούς του υπαρκτικούς και καλλιτεχνικούς όρους. Το παρόν βιβλίο μας υποβάλλει κατ’ αρχάς την έννοια του ίδιου του χρόνου, μέσα από την αισθητική εμπλοκή του Βεντούρα σε αυτό που ονομάζεται ζωή, ιστορία, τεχνικός πολιτισμός, συναισθηματικό και νοητικό περιβάλλον. Ο χρόνος ως ρυθμιστής, ως δεσμώτης και ως άρχων του αέναου παιχνιδιού, παρουσιάζεται εδώ αποκαλύπτοντας μερικά από τα προσωπεία του, κόσμους πραγματικούς και φαντασιακούς, τεχνητούς κι «αληθινούς». Περίοπτη θέση στην  αφήγηση κατέχει ο χρόνος του Διαδικτύου, ως το κεντρικό σημαίνον του σύγχρονου πολιτισμού.


Αλλά ας το πιάσουμε από την αρχή. Με τις παλιότερες ποιητικές του συλλογές Κυκλώνιον και Ταναϊς ο Ι.Β. επένδυσε στη μνήμη, ανιχνεύοντας την εβραϊκή του ταυτότητα όχι μόνο μέσω της συναισθηματικής του ζωής αλλά και μέσα από την ίδια την ιστορία. Τα ειδικά στοιχεία στα οποία κατέφυγε γι’ αυτό τον σκοπό (εβραϊκή παράδοση, θρησκευτικές αφηγήσεις, Βίβλος, Καμπαλά, μύθοι, ψήγματα από τη γλώσσα των εβραϊκών γραφών) προφανώς τον  βοήθησαν να ολοκληρώσει τη συγκεκριμένη ανίχνευση. Έτσι, στο νέο του βιβλίο δεν συναντάμε πλέον ανάλογες σημάνσεις αλλά
την πρόθεση ενός βλέμματος καθολικού, που ενδιαφέρεται για τη συνολική ανθρώπινη περιπέτεια. Στο ποίημα Το φάντασμα ΙΙ θα γράψει:  Φτιαγμένος να γυρεύω ηδονή/ σε παγίδα βρίσκομαι που δεν γνωρίζω. Και ο Παράδεισος/ τι παραμύθι!  Εντούτοις η μεταφυσική του ανησυχία παραμένει: Ας υποθέσουμε μια λίμνη / σε σύμπαν φωτεινό./Aς υποθέσουμε/μια τρύπα στο γαλαξία. (Pulsar)
Πέρα από τη γενικότερη διάσταση του κοσμικού παιχνιδιού (όπως τη θέτει η σκέψη του Αξελού, και όπως υπονοείται στην παρούσα συλλογή), κατά τη δική μου αίσθηση ο Ι.Β. ανοίγεται και σε άλλα επίπεδα, συμπεριλαμβάνοντας το ανθρώπινο υπαρξιακό παιχνίδι. Θα έλεγα μάλιστα ότι η ποιητική του θέτει εξ’ αρχής το υπαρξιακό ζήτημα επί τάπητος, από τη στιγμή που ο ίδιος  τοποθετεί μπροστά μας μια σκηνή με πρόσωπα που συνδιαλέγονται  –ηθοποιούς και ρόλους–, για να αναδείξει στο βάθρο ένα ειδικό νόημα: «παιδός η βασιλεία». Ο χρόνος είναι ο μεγάλος αυθέντης, και μόνο ως παιδιά μπορούμε να τον υποτάξουμε (να τον καταργήσουμε;) ως παιδιά και ως αθώοι, δηλαδή ως μη έχοντες γνώση του θανάτου.


Παρότι δηλώνεται ότι η αμεριμνησία αποτελεί το κεντρικό διακύβευμα στην ανά χείρας συλλογή, η μελαγχολική υπενθύμιση της έννοιας του θανάτου καταργεί την επίπλαστη φύση του «παιχνιδιού», αναστρέφοντας το ανάλαφρο κλίμα. Ο θάνατος παρουσιάζεται διαρκώς  αθροίζοντας μια ερεβώδη ατμόσφαιρα που πιστοποιεί το πραγματικό αίσθημα του Ι.Β., τον βαθύτερο σκοτεινό κόσμο του: Για ψίχουλα πουλιέμαι/καμπυλώνει ο χρόνος/όταν συναντιούνται εκείνοι που υπήρξαν/και οι άλλοι που όχι/ καμπυλώνει ό,τι ζωγραφίσαμε. (Το φάντασμα ΙΙ)
 Στο διήγημα Μάρφυ, ο Μπέκετ βάζει τον ήρωά του να παίζει σκάκι με τον κύριο Έντον σε έναν αέναο αγώνα: Τα σύμβολα είναι προφανή: Το παιχνίδι της ζωής και του θανάτου, το παιχνίδι της τυχαιότητας, το παιχνίδι του παραλόγου, η επανάληψη, η φθαρτότητα, ο ανθρώπινος κατακερματισμός, η απουσία  νοήματος. Ο Βεντούρας δημιουργεί κι αυτός μια συνέχεια του σκοτεινού μπεκετικού κλίματος, με ίχνη από τα αδιέξοδα και τον απελπισμό της ύπαρξης, βάζοντας δυό ήρωές του να παίζουν τάβλι: Πήγε ο Μεντές για τη ζαριά/και θαύμασε πως ήρθανε εξάρες./Είπε ο Λεόν./ Για θάνατο μιλούν κι είναι καλές/πόρτες θα ανοίξουν θες δεν θες/τοπία στο άγνωστο./Εκεί θα ταξιδέψεις.(Σπουδή σε ένα θέμα. Α)

 Στο σκάκι του Μπέκετ, κάθε πιόνι που βγαίνει από το παιχνίδι, ελαττώνει τον χρόνο, την ύπαρξη, τη ζωή (όπως ακριβώς συμβαίνει και στην ταινία του Μπέργκμαν Ο Ιππότης και ο θάνατος, στην ανάλογη σκηνή του σκακιού). Ως μια αντιστοιχία, το τάβλι του Βεντούρα, εστιάζεται κυρίως στην απώλεια, την τραγικότητα του αναπόφευκτου τέλους. Παίξε/κλείνει η πόρτα της καρδιάς/με τρία άσσο και μ’ ενστάσεις./Έξη άσσος ο φραγμός/δεν σ αφήνει να περάσεις(Σπουδή σ’ ένα θέμα.Α). Φανερό λοιπόν το άλγος του ποιητή, το οποίο πρέπει σοφά να αναστραφεί, να εξορκιστεί και να μετατραπεί σε καλλιτεχνικό διακύβευμα.
  Ο Βεντούρας οργανώνει το δικό του παιχνίδι, άλλοτε πάνω στα πλήκτρα του υπολογιστή (περιγράφοντας oθόνες, άβαταρ, pulsar, κουάρκς, λεπτόνια και αδρόνια, ως σύγχρονος θιασώτης του Internet) κι άλλοτε με στοιχεία του απτού φυσικού κόσμου, της γνωστής μας πραγματικότητας. Αυτοί οι δυό κόσμοι, ο εικονικός και ο πραγματικός, αντιπροσωπεύουν και την περιγραφή της σύγχρονης ζωής, αλλά και τον διχασμό του υποκειμένου ανάμεσα στις έννοιες του «αληθινού» και της «αναπαράστασης». ξιοποιώντας τις λεπτές φιλοσοφικές νύξεις του Βεντούρα, ο πιο υποψιασμένος αναγνώστης ίσως θα σκεφτόταν τον Πλάτωνα, ο οποίος θεωρούσε ότι ο κόσμος που ζούμε δεν είναι παρά μια σκιά, ένα αντίγραφο του κόσμου των ιδεών. Υπό το πρίσμα αυτής της ιδέας, φυσικά η τραγικότητα πολλαπλασιάζεται.)
 Αισθάνομαι πως η διαδικτυακή πραγματικότητα, όπως την παρουσιάζει ο Ι.Β., θα μπορούσε αρχικά να εκληφθεί ως  αυτή που αντικαθιστά το παλιό παιδικό παιχνίδι με την επιλογή της μεταπήδησης σε έναν τεχνητό χώρο παιγνίου, για να υπάρξει και η ανάλογη έξοδος από τον χρόνο. Όμως εν αντιθέσει με το παιδικό παιχνίδι, όπου ο θάνατος του υποκειμένου συνάδει με την πρωταρχική αδαμική μακαριότητα (τη φανέρωση μιας ιερής οντολογίας), η έξοδος στο Διαδίκτυο παριστά την  κατάργηση του προσώπου, μέσω της οποίας το ον δεν απολαμβάνει την ελευθερία, αλλά βαρύνεται από τη σπατάλη της ουσίας. Ο θάνατος τεχνουργεί, λοιπόν, στην παρούσα συλλογή έναν σκοτεινό καμβά, άλλοτε με την αποτύπωση της υπαρξιακής αγωνίας του ποιητή και άλλοτε με την αναπαράσταση της ψεύτικης ζωής (του Δικτύου) που υποδύεται την αληθινή.

  Αλλά ως παιχνίδι, βλέπει ο Ι.Β. και την ίδια την ποιητική τέχνη. Γι αυτό και το παρόν βιβλίο μοιάζει σαν ένας μηχανισμός με πολλά εξαρτήματα, το καθένα  τοποθετημένο γύρω από έναν κεντρικό άξονα, για να υπηρετήσουν όλα μια προσεχτικά σχεδιασμένη σύνθεση, με είσοδο, κυρίως θέμα, έξοδο και επίλογο, χωρίς εντούτοις αυτή η έλλογη οργάνωση να εμποδίζει τη λυρικότητα. Χθες το φεγγάρι/ σαν κρόκος χαλασμένος/ή σου φάνηκε/… η Συγγρού αργά/περιστεριώνας μοιάζει/ κι έρωτα φωλιά. (Λεωφόρος του σεξ σε έξη χάικου).
   Κατά την αίσθησή μου, ο Ι.Β. προετοιμάστηκε για το παρόν βιβλίο μέσω μιας παλιότερης συλλογής του, το «Σχόλια σε μαύρο», ένα έργο ανάλαφρο, με το οποίο είχε αποπειραθεί να διαχειριστεί πιο απελευθερωμένα την ποιητική γλώσσα. Εδώ, για να συγκροτήσει μια ειδική φόρμα που να αποτυπώνει τις διαστάσεις του ενδοκοσμικού παιχνιδιού, χρησιμοποιεί τεχνάσματα που μας δίνουν την αίσθηση του χρόνου που περνά, μέσα από επαναλαμβανόμενες σταθερές, πχ ποιήματα σε δυό βερσιόν (ένα ίδιο θέμα σε δυό διαφορετικές εκτελέσεις, όπως οι παραλλαγές ενός μουσικού κομματιού)· γεγονός που δεν μας επισημαίνει απλώς την ποικιλία της γλωσσικής ανάπτυξης και τη δυνατότητα των λεκτικών συνδυασμών, αλλά και τη σταθερή εξουσία του ποιητή πάνω στη μορφή, καθώς ο ίδιος, ως παίκτης, πειραματίζεται, επιλέγει, προτείνει, κυριαρχεί. 




  Στα αρνητικά της παρούσας συλλογής θα έβαζα κάποιες παλιομοδίτικες λέξεις και φράσεις που επιβαρύνουν τη συνολική γλωσσική υπόσταση του εγχειρήματος. Κλείνοντας το παρόν σημείωμα, παραθέτω το ποίημα Λόλα, ίσως το πιο επιτυχημένο του βιβλίου. Φτιαγμένο με πολύ απλά υλικά, αποτελεί το πλέον αντιπροσωπευτικό δείγμα της σκέψης του Ι.Β. καθώς συμπυκνώνει και αναδεικνύει τη σύγχρονη τραγικότητα, σε μια εποχή όπου το internet και η τεχνολογία έχουν αλλοιώσει τις έννοιες του «προσώπου» και της ανθρώπινης ψυχής. Μασά μια τσίκλα../Η Λόλα/ (μετρά τον χρόνο;)/γυρνά και γελά/κι αυτό το γέλιο/(με τη βραχνάδα)/ λύπη που βγάζει/ η Λόλα/ δεν θα μι/λά./Λα λα. Θα ’ναι εγώ./Έλα λοιπόν Λόλα/έχεiς τη μορφή gif/Kι εγώ σπλατς στο κενό/θ’ απλώνω το χέρι/σ΄ ότι προβάλλει που/φεγγάρι φαντάζει/γυαλί φωτεινό./Και μετά/τι φοβάσαι;/Δεν θα είναι φριχτό/το δάκρυ σου Λόλα/με το πλήκτρο delete/αιφνίδια θα σβήσει./Θα χαθώ κι εγώ. 

Δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ 14/1/2018





Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Γιάννης Ευσταθιάδης-κριτική για το Επταετες Κοράσιον



ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ
Για το βιβλίο της  Κλεοπάτρας Λυμπέρη
ΕΠΤΑΕΤΕΣ ΚΟΡΑΣΙΟΝ


Tι είναι το επταετές κοράσιον; Είναι ποίηση; Θυμίζω πως η Λυμπέρη, με εξαίρεση ένα αφήγημα το 2003, έχει γράψει και εκδώσει αποκλειστικά ποιητικές συλλογές. Είναι λόγος αποφθεγματικός που συγκεντρώνει στοχασμούς – κυρίως γύρω από τη γλώσσα, άρα, λέω, αυθαίρετα αλλά νόμιμα, και γύρω από την ποίηση;
Είναι μια συλλογή αφορισμών, οι οποίοι συνδυάζουν ευφυΐα και γόνιμες, λογικές ανατροπές, φθάνοντας ενίοτε ως το ευφυολόγημα;
Ή είναι τέλος, ημερολογιακές σημειώσεις, στοχαστικές αναγραφές στα περιθώρια του χρόνου που περνά; Για το τελευταίο αυτό δεν χρειάζεται ερωτηματικό, μια και η Λυμπέρη καθαρά δηλώνει την πρόθεση, θέτοντας ημερομηνίες σε κάθε εγγραφή (αρχίζοντας στις 31.12.92 και φθάνοντας στις 25.5.99).
Εδώ επιτρέψτε μου πριν προχωρήσει να παρεμβάλω κάποια σύντομα αποσπάσματα που δίνουν το στίγμα του βάθους της σκέψης και της δεξιοτεχνίας της γραφής της (παραλείπω για συντομία τις ημερομηνίες):


Aφού μιλάω δεν είμαι ένα ον αποσπασματικό.
                            *
Το παράδοξο του χρόνου: ο χρόνος συμπεριλαμβάνει την ιδέα μας για τον χρόνο.
                            *
Χρησιμοποιούμε ένα επίθετο για να διαβεβαιώσουμε το ουσιαστικό ότι υπάρχει.
                            *
Τα επίθετα είναι εχθροί της φαντασίας.
                            *
Ο ευφυής συγγραφέα διδάσκεται από τους ήρωές του.
                            *
Λογοκλοπή ονομάζεται το έργο μιας ψυχής που υποφέρει από έλλειψη ερωτικής ικανοποίησης.
                            *
Το σονέτο είναι το μπαλκόνι των εραστών.
                            *
ΟΙ βιβλιοθήκες μας προειδοποιούν για τον θάνατο.
                            *
Η πεποίθησή μου ότι τα φωνήεντα μας ξεκουράζουν, δεν είναι μια ποιητική εκκεντρικότητα.
                             *
Ο Ε. είπε: Οι λέξεις υπάρχουν ήδη· γράψτε τες.
                             *
Μιλάει: κατασκευάζει ένα παρόν.
                             *
Λόγε, δίδαξέ μου την τέχνη της συνάφειας.
                             *
Ο θάνατος προηγείται, δεν έπεται.
                             *
Η ομιλία είναι σώμα.
                        
    
Θέτω ξανά το ερώτημα: Ποίηση; Αποφθέγματα; Αφορισμοί; Ημερολόγια; Πριν προσπαθήσω να απαντήσω, σημειώνω κι αυτό:
 
            Φανερώσου Νόημα
            ως τσαμπί ουρανίων σταφυλών
                     ή
             Το φύλο γυναίκα χορεύει
            στην ερημιά μιας  γλωσσικής
            απραξίας
                      ή
              Με ποια λέξη λοιπόν
             τον καλείς;
                      ή          
              Όταν το ποίημα έλκει την ετερότητα  
              γίνεται φίδι.
                       ή       
              Κλέβει την ομιλία ο άντρας
              η γυναίκα πεινάει
              σαρκοφάγος των ξένων ονείρων.


Τα αποσπάσματα αυτά προέρχονται από το τελευταίο δημοσιευμένο ποιητικό βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη Η Μουσική Των Σφαιρών (2007).
Νομίζω οι θεματικές και δομικές αναλογίες του βιβλίου αυτού με το Κοράσιον είναι τέτοιες και τόσες, που με οδηγούν σε ένα αυτονόητο συμπέρασμα: To Eπταετές Κοράσιον είναι ένα ποιητικό βιβλίο με αποφθεγματικές απολήξεις σε φόρμα αφορισμών, το οποίο τυπικά υιοθετεί τη φόρμα του ημερολογίου.
Θα με ρωτήσετε, πώς σε αυτό το τόσο ώριμο βιβλίο, με τόσο ουσιαστικό βάθος (η Λυμπέρη γράφει κάπου: «To ποίημα δεν χρειάζεται να μιλά από ένα ύψος, αλλά από ένα βάθος»), συνάδει ένας τόσο ελαφρός, αν και χαριτόβρυτος, τίτλος; Θα απαντήσω, κι αν σφάλω, αυτό δεν θα έχει επιπτώσεις ούτε σε μένα, ούτε, πολύ περισσότερο, στο βιβλίο. Αν υπολογίσεις τον (φανταστικό, ισχυρίζομαι) χρόνο των ημερολογιακών εγγραφών από το 1992 έως το 1999, προκύπτει μια επταετία (η ίδια κλείνει το μάτι με μια μόνο παράταιρη εγγραφή του 1980).
Αυτή η ενδιάμεση ηλικία (περίοδος ζωή, καλύτερα) της ποιήτριας, όπως δηλώνει συμβολικά στον τίτλο, εκφράζει την ενδόμυχη επιθυμία της να προσεγγίσει στοχαστικά και το θέμα της γλώσσας, των λέξεων, του χρόνου και της μοναξιάς, κρατώντας, όμως, εγωιστικά για λογαριασμό της τη νέα ματιά και το θάμβος για έναν κόσμο παλιό. Η ηθελημένη ετούτη οπτική, με την αθωότητα βλέμματος παιδικού, είναι που κάνει, θαρρώ,  την πυκνή γραφή της και ανατρεπτική και διάφανη. Κοντολογής, ένα βιβλίο «σαν μπάλσαμο γλυκό σαν φύσημα απαλό», όπως θα έλεγε μια άλλη Kλεοπάτρα, με τη γραφίδα του Γουίλιαμ Σαίξπηρ.
Ξαναγυρίζω, εν κατακλείδι, στη Μουσική των Σφαιρών, την προηγούμενη συλλογή της, και διαβάζω:
"Όταν η γλώσσα με πολλούς ελιγμούς μαζεύει απ’ τους φτωχούς ό,τι έχει περισσέψει, εκεί θα βρείς τη μουσική των σφαιρών. Είναι παιδάκι του κόσμου αυτή η μουσική", γράφει η Λυμπέρη. Κι εγώ συμπληρώνω: Όχι απλώς παιδάκι. Επταετές κοράσιον.

 (Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο Ιονικό Κέντρο - 2011) 



Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Γιώργος Βέης - Βλέπω



ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
«ΒΛΕΠΩ»
Εκδόσεις Ύψιλον (2013)

από την Κλεοπάτρα Λυμπέρη

ΤΟ ΜΑΤΙ ΦΤΑΝΕΙ ΑΝΕΤΑ ΣΤΗ ΛΙΣΑΒΩΝΑ                                     
                      
                 
                Eίμαστε από κεράσια
                ξαφνικά αδάμαντες
                   Γιώργος Βέης 


Το μάτι αναδύεται από το φως για το φως…. Το μάτι είναι δημιούργημα της φωτιάς, γράφει ο εμπνευσμένος (μυστικιστής) Τζιμ Μόρισον, των Doors.  Με την επιλογή αυτής της λέξης ως τίτλου για τη νέα του ποιητική συλλογή, ο Γιώργος Βέης μας παραπέμπει σε μια πλούσια φιλολογία με πολύ πνευματικές σημάνσεις. Το βλέπειν, άλλοτε ως «αιφνίδια φώτιση» (όπως την αντιλαμβάνεται η ανατολική σκέψη), άλλοτε ως «παραίτηση από το εγώ» (όπως το έθεσαν οι χριστιανοί Πατέρες και oι ασκητές της ερήμου), άλλοτε ως «δυναμικό εμβάθυνσης» (όπως το οριοθετεί η ψυχαναλυτική ερμηνεία) κι άλλοτε ως «όραμα, φαντασία και ουτοπία» (oπως το βιώνουν οι καλλιτέχνες και οι φιλόσοφοι της Δύσης), συνοψίζει τις διαδικασίες μιας ουσιαστικής ψυχοπνευματικής δραστηριοποίησης.
    Ο Γιώργος Βέης «βλέπει». Δηλαδή, διεκδικεί την αληθινή επαφή με τον κόσμο και τα πράγματα. Ήδη από τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές του, είχε τη σαφή τάση να ξεφύγει από το αίσθημα της περιορισμένης ιδιωτικότητας προς τον ανοιχτό χώρο μιας διευρυμένης ζωής, της Ολόκληρης ύπαρξης. Έτσι δεν αρκέστηκε να μας μεταφέρει κόσμους, εικόνες, στοιχεία παραδόσεων και πολιτισμών, αποκλειστικά μέσα από τα προσωπικά του βιώματα, αλλά προσπάθησε επίμονα να ενσωματώσει μια πιο συνολική γλώσσα, όπως αυτή έχει υπάρξει σαν αμιγής κατάθεση της ανθρώπινης ψυχής μέσα από την λογοτεχνία και τη φιλοσοφία. Αν λοιπόν κάτι χαρακτηρίζει το έργο του, το ποιητικό και το συγγραφικό γενικότερα, είναι η διαρκής κινητοποίηση της ανθρώπινης γλωσσικής παρακαταθήκης, διαμέσου της συνομιλίας του με το υλικό άλλων συγγραφέων. (Αναφορές, στίχοι, τσιτάτα, βιβλία, ονόματα – ο Σπινόζα, ο Αντόνιο Ματσάδο, ο Τζελαλεντίν Ρουμί, ο Ίσσα, ο Κιού Σάο, ο Καμπαγιάσι Γιατάρο, ο Καρυωτάκης, ο Μαρκίδης – μια ολόκληρη αρχιτεκτονική του «έτερου», που συμπαρασύρει μαζί της ψυχικά κομμάτια για να στερεώσει το παρόν έργο σε μια πιο ευρεία διάσταση).

Από τον Πλατωνικό Κρατύλο, αντιγράφω μια φράση του Σωκράτη : Εντεύθεν δη μόνον των θηρίων ορθώς ο άνθρωπος άνθρωπος ωνομάσθη, αναθρών, ά όπωπε (ο άνθρωπος σωστά ονομάστηκε «άνθρωπος», γιατί είναι το μοναδικό ζώο που  παρατηρεί  με μεγάλη προσοχή και συλλογίζεται ό, τι έχει δει».)
Στην ελληνική γλώσσα, υπάρχουν δυο διαφορετικές ονοματολογίες για τη δράση του βλέμματος. Η λέξη «κοιτάζω» υπηρετεί την περιδιάβαση, την ανάλαφρη περιπλάνηση των ματιών πάνω σε μια σκέτη επιφάνεια, το γλίστρημα στην άλαλη (μη έμψυχη) εικόνα, χωρίς την παραγωγή σημάνσεων. Η λέξη «βλέπω» όμως είναι άλλης βαρύτητας, έννοια δημιουργική, ενωμένη με τη διάκριση και το φαντασιακό, σε πλήρη ταύτιση με τη συνείδηση, σε πλήρη σύμπραξη, συνομιλία και αλληλοδιάδραση με το γίγνεσθαι, έννοια στην οποία απαντά κάθε είδους πραγματικότητα. Το «βλέπειν» αποτελεί τη γέφυρα του ιδιωτικού αισθήματος με την ψυχή του κόσμου (γεγονός που δεν αφορά βεβαίως εικόνες αλλά ουσίες) συνενώνοντας το πραγματικό (εξωτερικό) με έναν βαθύ μυστηριακό (εσωτερικό) χώρο, ώστε να παραχθεί Νόημα.
Προσπαθώντας να προσεγγίσω μια προηγούμενη ποιητική συλλογή του Βέη, είχα γράψει για την κατάσταση του Παρατηρητή και του κόσμου, δηλαδή, για δυο διαφορετικές πραγματικότητες που στέκονταν η μια απέναντι στην άλλη διαχωρισμένες : Από τη μια θέση, το λαίμαργο μάτι που ζητά να οικειοποιηθεί ό,τι βρίσκεται εκτός, και από την άλλη, ο ίδιος ο ζωντανός και ομιλητικός περιβάλλων κόσμος, που αναμένει και καλεί προς συνάντηση. Στην παρούσα συλλογή όμως, έχω την αίσθηση, ότι αυτή η απόσταση ανάμεσα στον Παρατηρητή και κάθε προσκείμενη ύπαρξη έχει πλέον καταργηθεί.

Αν και ο Γ.Β. συνεχίζει την περισυλλογή θραυσμάτων, εικόνων, τοπίων, προσώπων, πόλεων, συγκινήσεων, αισθηματικών γεγονότων, όπως ακριβώς στα προηγούμενα βιβλία (ως εργάτης που μοχθεί να συγκεντρώσει τα κομμάτια του μεγάλου ψηφιδωτού), δεν το κάνει πια με τον  τρόπο του υφαντή και συνθέτη (δηλαδή, διαχωρισμένος από τα πράγματα) αλλά ως κάποιος που με διαυγή συνείδηση συνυπάρχει ταπεινά με αυτό που υπάρχει. Και πιο ειδικά: Ως κάποιος που  ε ί ν α ι  αυτό που υπάρχει. Κι ακόμη πιο ειδικά : Ως κάποιος που έχει γίνει «ο άλλος». (Έρχεται πάντα στην ώρα του ο Χέντερλιν/…./ πιστεύει πως είναι αυτός που έγραψε, μεταξύ άλλων/ εκείνους τους στίχους για μια εντελώς απίθανη Πάτμο/ κάποια στιγμή θα του φανερώσω όμως την αλήθεια/ότι δηλαδή όχι αυτός, επ’ ουδενί, αλλά εγώ είμαι εκείνος).


Η παραπάνω κατάσταση προφανώς αποτελεί την απόληξη της χωροταξικής και κειμενικής περιπλάνησης του Γ.Β, την τελική του μύηση σε μια καθολική πνευματικότητα. Γι αυτό και ο τίτλος «Βλέπω» σε αυτό το βιβλίο ίσως τελικά είναι παραπλανητικός. Ίσως θα έπρεπε να αντικατασταθεί από τον τίτλο «Είμαι» (εννοώντας ότι μέσα στον ποιητή έχει γίνει η σύζευξη ανθρώπου-φύσης, ύλης-πνεύματος, λόγου και σιωπής, μια σύζευξη που διατρέχει, ως ιδέα και ζωντανό αίσθημα,  ολόκληρη την παρούσα συλλογή).
Απομάγευση τοπίου ίσον θάνατος. Πάνω σε αυτόν το στίχο (που επανέρχεται σε όλα τα ποιητικά βιβλία του Γ.Β. σαν σταθερή υπόμνηση), μοιάζει να είναι δομημένη η σκέψη του για τη διάσταση και τη χρήση της ποιητικής λειτουργίας. Μια αντίληψη που συνδέεται κατευθείαν με την αντιστροφή του Διαφωτισμού. Όμως αυτή τη «μαγική πνοή», ο Γ.Β δεν τη συναντά τελικά στην ψηλάφηση μιας υπερβατικής διάστασης της πραγματικότητας αλλά στο ίδιο το απτό πρόσωπο του κόσμου και της ζωής, δίνοντας τον πρώτο λόγο στη μεγάλη μητέρα Φύση. Ολιγόλογη είναι η φύση στην ομιλία της, διαβάζουμε στο Τάο Τε Τσινγ. Μια τέτοια συμπυκνωμένη ομιλία, η οποία καταγράφεται με αμεσότητα στην ανθρώπινη συνείδηση, μπορεί να μεταφέρει τη λάμψη της αληθινής ομορφιάς. Κι αυτό δεν θα συμβεί με την μονοσήμαντη ανταπόκριση του υποκειμένου, αλλά με την αναδίπλωσή του μέσα στην αρχέγονη ουσία, εκεί όπου υπάρχει «το όνειρο του Ενός», μοιάζει να υποστηρίζει ο Γ.Β.


Στην ανατολική παράδοση, τα «κοάν» είναι η πρακτική εργασία των μαθητών του Ζεν και στοχεύουν στην θραύση της έλλογης διάταξης του νου, με σκοπό την αφύπνιση και τη φώτιση. Το πρώτο κοάν που χρησιμοποιείται γι’ αυτό το σκοπό  ονομάζεται Ken-Sho Κοάν (Ken = βλέπω, Sho = ουσία). Ο Βέης, τιμητής της ανατολικής πνευματικότητας και βαθύς γνώστης του πολιτισμού και των παραδόσεών της, είναι φανερό ότι μαθήτευσε δεκαετίες για να μπορεί  «να βλέπει την ουσία», ανιχνεύοντας, μέσω της ποίησης, ό,τι του χαρίζει την άμεση εμπειρία του σύμπαντος και την κατάργηση της διαφοράς πνευματικού-υλικού. (Στα χρώματα του κήπου - η δύναμη/ μονοθεϊσμοί πολυθεϊσμοί συγκεντρώνονται κι αυτοί εδώ/ λάμπουν… ) Έτσι σε αυτό το τελευταίο βιβλίο, η χρήση ενεστώτα του ρήματος «βλέπω» υπαινίσσεται ότι η μαθητεία του Γ.Β. (η οποία υλοποιείται διαρκώς μέσα στην ποίηση) υφίσταται σαν ένα πλήρες έργο στον παρόντα χρόνο, έχοντας ως πρώτο παραλήπτη την ίδια την εσωτερική ζωή του ποιητή.
  Βλέπω σημαίνει αντιλαμβάνομαι τις διαφορές, έχει γράψει ο Ίταλο Καλβίνο. Αλλά και η ίδια η φιλοσοφία έτσι έχει οριστεί, ως η τέχνη της διάκρισης. Η ευχέρεια του Βέη να διαχειρίζεται τη φιλοσοφική σκέψη (άλλοτε εμμέσως και υπαινικτικά κι άλλοτε με την κατευθείαν παράθεση φιλοσοφικών σημάνσεων) είναι από τα ατού της συγγραφικής του δουλειάς. Εντούτοις, κάθε ποιητής γράφει (θα έπρεπε να γράφει) με τα αισθήματα και τις συγκινήσεις του. Ο Βέης δεν παρεμβάλει το σκεπτικό και τα εφόδια του δυτικού ανθρώπου παρά μόνο για να δημιουργήσει πολιτισμικές γέφυρες. Η πραγματική του  μέριμνα είναι να μας μεταφέρει ένα καθαρό βίωμα : το ρίγος της κοσμικής ενότητας που εμπεριέχει και την αλληλοδιάδραση των στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή, ο Παρατηρητής έχει μετατραπεί σε Συμμέτοχο και ο ατομικός στοχασμός έχει δώσει τη θέση του στον κυματισμό μιας ελευθερίας που προσομοιάζει στον Χορό του Σίβα.


  Το χαρακτηριστικό της συλλογής Βλέπω, είναι λοιπόν η τάση υποχώρησης του υποκειμένου, η σχεδόν ολοκληρωτική εξαφάνιση του ποιητικού εγώ (όπως έχω ήδη γράψει και παλιότερα για την ποιητική δουλειά του Γ.Β). Έτσι η όποια απόλαυση του αναγνώστη κερδίζεται μέσω της απλότητας που προκύπτει από αυτή την υποχώρηση. Η απλότητα μαζί με το πολύ καλά αφομοιωμένο στίγμα της ανατολικής σκέψης, αποτελούν το ειδικό βάρος αυτού του νέου βιβλίου και συνυπάρχουν ως απόσταγμα αφαίρεσης και συμπύκνωσης του νοήματος, αφήνοντας το ζήτημα της μορφής να αποσύρεται σε δεύτερο πλάνο. Γι’ αυτό άλλωστε, δεν ασχολούμαι εδώ με όποιες αισθητικές επισημάνσεις, αλλά με την αρχιτεκτονική της φιλοσοφίας του Γ.Β., την οποία και παρακολουθώ με ιδιαίτερο σεβασμό. Στο παρόν έργο η ψηλάφηση της Ομορφιάς γίνεται σε έναν άλλο τόνο : το υποκείμενο-ποιητής συγκατανεύει με τη σιωπή, γιατί ο περιβάλλων κόσμος, η φύση, τα όντα και η επικράτειά τους είναι ήδη για κείνον «κείμενα». (Τα σύννεφα σήμερα η στίξη, η ελάχιστη τ’ ουρανού).



 Η παρούσα ποίηση με τη χρήση της λέξης βλέπω, δεν μας δίνει αυτό που θα βλέπαμε αν κοιτάζαμε έξω από το παράθυρό μας. Ο Γ.Β. μαζί με τους σοφούς της Ανατολής και τον βαθύτερο μυστικιστικό ψίθυρο ολόκληρης της θεολογικής παράδοσης, μοιάζει να μας λέει: η γραφή περισσεύει· ο ίδιος ο κόσμος, η φύση, τα όντα, η γήινη αλλά και η συμπαντική πραγματικότητα, αυτά και μόνον αυτά είναι η μεγάλη αφήγηση, μια λεκτική και ταυτοχρόνως υλική παράσταση, που ευθύνεται για το ποίημα της Ύπαρξης. Υπό μια τέτοια έννοια, οι λέξεις δεν προηγούνται αλλά έπονται (Είναι και οι λέξεις μια βουκαμβίλια). Κι ακόμα: το σύμπαν, σαν κατάσταση αναρίθμητων συμμετοχών, με τα γεγονότα, τα φαινόμενα, τις λάμψεις, τα πλάσματα, τα θαύματά  του, ζει και μέσα στον άνθρωπο, εκεί όπου όλες οι «διαφορές» καταργούνται, για να αναδυθεί το κάλλος του Ενός.

Η ΕΦΗΜΕΡΗ ΩΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΗΛΙΑΣ

μετά την καταιγίδα –
τι κείμενο!
Συνομιλεί με τα παιδιά των αγροτών
μια διακήρυξη σθένους
δέντρο τιμιότερο των βιβλίων
δέξου με


{Σημ. «Το μάτι φτάνει άνετα στη Λισαβώνα» : Στίχος του Νίκου Καρούζου από το ποίημα, Παυσίπονον, της συλλογής Ο ζήλος του μη-σχετικού με παροράματα)


     Ιουνιος 2014

(Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό ΔΙΟΔΟΣ)







Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Kλεοπάτρα Λυμπέρη - vitam impendere vero






Vitam impendere vero 
                       



ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΈΡΗ
Vitam impendere vero

Να αφιερώνεις τη ζωή σου στο αληθινό. Ιδού
μια ακόμη εκδοχή για τη διάρκεια. 
Το αληθινό είναι πάντα γυμνό, ολοτσίτσιδο
με όλες του τις λέξεις και τα συμπράγκαλα
τρέχει προς τα βάθη, αφήνει στον αφρό όλα τα
ψέματα, καταστρέφει τα νούφαρα
ο πυθμένας να μένει σε άγρια ερημιά.
Ως γνωστόν οι φιλόσοφοι
βγαίνουν γυμνοί στο δρόμο μαζί με τις μπανιέρες· οι
μπανιέρες τους ακολουθούν· η αλήθεια είναι
ανήσυχη,  κυνηγά τον κολυμβητή της.

(Μα τι εννοείτε επιτέλους με τη λέξη αληθινό;
–λέει ο μαθητευόμενος–
δεν κροταλίζουν τα μαχαιροπίρουνα σαν φίδια.)

Ο ποιητής ο κολυμβητής μόνο αυτός ξέρει
να βγάζει απ’ τα βαθιά με τ’ αγκίστρι του
το λαμπερό ψάρι.

 
      

(Ο ποιητής ο ποιητής, που καίει τον
ουρανίσκο του
με κάτι παλιολέξεις σαν ξυνόμηλα)